Δημοσιεύσεις μηνός Μαΐου 2010

Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι ο εαυτός μου: εγώ, απλά, ήμουν εκεί, δεν θυμάμαι ακριβώς πώς και πού, αλλά ήμουν κάπου.

Μια απέραντη φιλική θάλασσα ήταν γύρω μου, ήρεμη, τρυφερή και μακάρια.

Το πρώτο που αισθάνθηκα ήταν μια αλλαγή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, το φως να με ζεσταίνει και το σκοτάδι να με κρυώνει. Όταν το κρύο άρχισε να χαλά την μακαριότητά μου, ανησύχησα.

Αυτή η αίσθηση ανησυχίας μ’ έκανε να διερωτηθώ τι συμβαίνει.

Με το ερώτημα, ένα συναίσθημα δέους με κυρίευσε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εγώ κατάλαβα πως η πρώτη αισθητική Μακαριότητα είχε αρχίσει να απομακρύνεται.

ΣπουργίτιΤην αίσθηση του Δέους και της ανησυχίας ήρθε μια νέα παρουσία να εξουδετερώσει, που μέχρι τότε δεν είχα ιδιαίτερα προσέξει. Ένας χτύπος καρδιάς, που συνοδευόταν από μια γλυκιά Θαλπωρή, άρχισε σιγά-σιγά να διώχνει κάθε ανησυχία και φόβο.

Άρχισα να αισθάνομαι χαρά σ’ αυτή τη γλυκιά παρουσία και, τότε ακριβώς, αισθάνθηκα ότι δεν ήμουν μονάχο… Ήταν κι άλλα πολλά γύρω μου, αλλά αυτή η γλυκιά θαλπωρή και ο χτύπος της καρδιάς με υπνώτιζαν με μια ασφαλή αδράνεια. Κολυμπούσα σ’ ένα ήρεμο πέλαγος με μια ευχάριστη θερμοκρασία και μέσα σ’ ένα χώρο όπου τίποτε δεν μπορούσε να χαλάσει την ωραιότητα (μακαριότητα) που αισθανόμουν.

Μετά από λίγο, άρχισα να καταλαβαίνω την παρουσία της μητέρας μου και από διάφορους άλλους ήχους που έκανε το σώμα της: τον ήχο της φωνής της, το περπάτημά της όταν πλησίαζε κοντά μου, τον ήχο της αναπνοής της και τους ήχους των εντέρων της.

Σχεδόν αμέσως άρχισα να αισθάνομαι και να ακούω την φωνή και παρουσία του πατέρα μου, που ήταν τελείως διαφορετικός αλλά εξ ίσου ήσυχος, σίγουρος και δυνατός.

Τότε αισθάνθηκα ξαφνικά, ότι ο χώρος στον οποίο ήμουν, δεν ήταν τόσο απέραντος, κάπου στον ορίζοντα είχα αρχίσει να αισθάνομαι την ύπαρξη ενός λευκού τείχους.

Σχεδόν ταυτόχρονα, ένας χείμαρρος ηχητικών, θερμικών και φωτεινών ερεθισμάτων άρχισαν να με πλημμυρίζουν.

Αισθάνθηκα ότι αυτά τα ερεθίσματα ήταν από πάντα εκεί και ότι εγώ μόλις τώρα ήμουν σε θέση να τα αντιληφθώ. Δέος, ανησυχία και μία απέραντη περιέργεια με πλημμύρισαν.

Δίπλα μου άκουγα πλέον κι άλλες καρδιές να χτυπούν και πιο πέρα κι άλλες κι άλλες, ακόμα πιο πέρα.

Σε λίγο οι ήχοι έγιναν σαν την θάλασσα που βρισκόμουν. Άκουγα πέταγμα πουλιών και εντόμων, ο άνεμος σφύριζε πότε γλυκά και πότε αγριεμένα.

Οι αλλαγές της θερμοκρασίας έπαψαν πλέον να με ανησυχούν, αισθανόμουν δυνατό. Ο ήχος της βροχής έγινε πολύ φιλικός και οι βροντές και οι κεραυνοί δημιουργούσαν μέσα μου Δέος, φόβο, αλλά και ανακούφιση ταυτόχρονα.

Μια άγνωστη μεγάλη δύναμη με προστάτευε, που όμως δεν μπορούσα εξηγήσω: ο κόσμος των ήχων ήταν πλουσιότατος κι ήταν μια πρόκληση για την περιέργειά μου να μάθω τι ήταν όλα αυτά που με τριγύριζαν.

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι ο χώρος όπου βρισκόμουν είχε στενέψει πάρα πολύ, η αίσθηση της σιγουριάς και της ασφάλειας χανότανε αμετάκλητα.  Μια άγνωστη απειλή άρχισε να πλανάται στον χώρο μου. Εκείνη η αίσθηση του Δέους, που κάποτε με ξύπνησε από το τίποτε, έγινε αισθητή.

Αισθανόμουν ότι κάτι νέο, πέρα από τις δυνάμεις μου, ήταν σε εξέλιξη.

Αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν το ασφαλές και σίγουρο καταφύγιό μου μεταστοιχειώθηκε σε μια θανάσιμη παγίδα.

Διερωτήθηκα αν αυτό συμβαίνει πάντα. Έπρεπε να απελευθερωθώ, όμως φοβόμουν. Τι υπήρχε πέρα από τα τείχη που μέχρι πριν λίγο με προστάτευαν και τώρα με απειλούσαν;

Η αγωνία και ο φόβος μου μεγάλωναν, όμως καινούργιοι ενθαρρυ­ντικοί ήχοι έξω από την λευκή φυλακή μου, μου έδιναν την αίσθηση μιας νέας ζωής, πολύ καλύτερης από αυτήν που τώρα βρισκόμουν.

Η παλιά αίσθηση μακαριότητας είχε σχεδόν χαθεί, ούτε που την θυμόμουν, η αγωνία του παρόντος και η κρυφή ελπίδα του μέλλοντος που διαισθανόμουν κυριαρχούσαν στα συναισθήματά μου.

Όμως ήμουν αδρανές, δεν ήξερα τι να κάνω, γύριζα από εδώ, γύριζα από εκεί, αλλά η φυλακή μου όλο και στένευε. Κάποια στιγμή δεν μπορούσα να κουνηθώ καθόλου.

Η αίσθηση του Δέους κυριάρχησε στο είναι μου. Το σώμα μου κολλημένο στα τείχη της φυλακής μου, αισθανόταν πως πέρα από αυτά ανοιγόταν ένας απέραντος ορίζοντας ζωής, ότι ζωή δεν ήταν αυτή μέσα στην λευκή φυλακή μου αλλά έξω από αυτήν, όμως εγώ φοβόμουν.

Τότε, χωρίς εγώ να το καταλάβω, το σώμα μου, μόνο του, τίναξε δυνατά τα φτερά και τα πόδια του, κτύπησε δυνατά τα λευκά τοιχώματα κι αυτά σαν από θαύμα ράγισαν.

Μια ακτίνα φωτός έσπασε το λευκό γκρίζο κι ένας φρέσκος αέρας γέμισε τον χώρο. Ο γνώριμος ήχος της μητέρας ήρθε και έσπασε σε κομμάτια ό,τι μέχρι τότε με φυλάκιζε κι εγώ έμεινα ένθεο, να αισθάνομαι τον απέραντο κόσμο γύρω μου.

Νέοι ήχοι γέμισαν τα αυτιά μου, αλλά και οσμές, οι μυρουδιές ήταν ένας νέος κόσμος που σαν χείμαρρος γέμισε το κεφάλι μου.

Η θερμότητα και η ψυχρότητα πήραν μια νέα διάσταση στο γυμνό μου σώμα κι αυτό ριγούσε και τιναζόταν και αντιδρούσε μόνο του σε κάθε νέο ερέθισμα.

Μια νέα πρόκληση αναγνώρισης και συμμετοχής σε μια άγνωστη δυναμική και δραστήρια πραγματικότητα ανοιγόταν μπροστά μου.

Κι εγώ ήμουν εκεί, να την αισθάνομαι ολοκληρωτικά, ανήμπορο να συμμεθέξω σ’ αυτή τη νέα θύελλα δράσης, που αισθανόμουν γύρω μου.

Όταν ξαφνικά δίπλα μου, ήρθε η πρώτη πεταλούδα, σκοτωμένη και μασημένη από το στόμα της μητέρας μου.

Βέβαια εγώ δεν γνώριζα τι ήταν, όταν όμως βίαια η μητέρα έσπρωξε την μασημένη τροφή μέσα στο λαιμό μου, όλο το σώμα μου συγκλονίστηκε από μια εισβολή ενέργειας, που το διαπέρασε μέχρι την τελευταία του άκρη.

Έτσι, άρχισε η γνωριμία μου με το νέο, μαγικό κόσμο των γεύσεων και των ενεργειών. Αμέσως κατανόησα πως η προσέγγιση του νέου κόσμου, που ανοιγόταν μπροστά μου, μπορούσε να γίνει μόνο μέσα από την τροφή και την ενέργεια που αυτή περιέκλειε.

Κάθε φορά που η μητέρα ή ο πατέρας έφερνε κάτι νέο, καινούργιο πανηγύρι άρχιζε! Σπόροι και έντομα, μικρά τρυφερά χόρτα και διάφορα σκουλήκια: παλεύαμε με τα αδέρφια μου ποιο θα πρωτοδοκιμάσει τη νέα δύναμη ζωής που ανακαλύπταμε.

Σιγά-σιγά άρχισα να αισθάνομαι το σώμα μου σ’ όλο το μέγεθός του. Τα πούπουλα είχαν καλύψει ολόκληρο το σώμα μου και τα φτερά στις φτερούγες μου μεγάλωσαν αρκετά, ώστε να με ανασηκώνουν ελαφρά από τη φωλιά μου.

Κάποια μέρα έφυγα από την φωλιά και περπάτησα μέχρι την άκρη του κόσμου που γνώριζα.

Εκεί, από ένα μικρό άνοιγμα φαινόταν ένα εκτυφλωτικό φως, αυτό το φως με τραβούσε σαν μαγνήτης.

Όταν έφτασα στην άκρη της στέγης, ένας απέραντος κόσμος Ζωής απλώθηκε, μπροστά στα μάτια μου. Όλα όσα η μητέρα έφερνε για φαγητό στην φωλιά μας ήταν εκεί, ζωντανά, να πηγαινοέρχονται πάνω σ’ ένα ζωντανό τραπέζι φαγητού που πήγαινε όσο μακριά μπορούσαν να δουν τα μάτια μου.

Ένα χρυσό υπέρλαμπρο Φως έδινε Ζωή μορφή και κίνηση σε κάθε τι που υπήρχε, ένας ζωντανός παλμός δονούσε τα πάντα και γυρνούσε την μνήμη μου πίσω σε απόμακρες ομορφιές.

Άγνωστα ζώα, πουλιά και έντομα πετούσαν παντού γύρω και ήχοι που άκουγα στο παρελθόν άρχισαν να παίρνουν νόημα ανακαλύπτοντας τις πηγές από όπου προέρχονταν.

Το σώμα μου ριγούσε, οι μυρουδιές, το φως, οι εικόνες της τρελής ευτυχίας που παλλόταν κάτω από τα πόδια μου με συγκλόνιζαν.

Τότε κατάλαβα και το τεράστιο κενό που ανοιγόταν ανάμεσα σ’ εμένα και σε όλο αυτόν τον νέο κόσμο Ζωής που απλώνονταν μπροστά μου.

Ένα κενό που με γέμιζε τρόμο, καθώς για πρώτη φορά κάτι καθοριστικά τρομακτικό αισθάνθηκα να με χωρίζει από την απόλαυση, τη δράση, τη μαγεία, τη χαρά και την εξωφρενική δόνηση ζωής που έβλεπα μπροστά μου.

Επέστρεψα φοβισμένο στην φωλιά μου, έχοντας γραμμένη ανεξίτηλα στην μνήμη μου την εικόνα της ζωής να με καλεί κοντά της.

Αισθανόμουν μουδιασμένο, αναστατωμένο, τρομαγμένο, μαγεμένο, περίεργο, χαρούμενο, λυπημένο, ένα κουβάρι συναισθήματα.

Άρχισα να τρώγω με βουλιμία ό,τι μου έφερναν και να δοκιμάζω τις φτερούγες μου σε κάθε ευκαιρία.

Πήγαινα τακτικά στην άκρη της στέγης που μας προστάτευε και έβλεπα τον νέο κόσμο ζωής να με καλεί κοντά του, υποσχόμενος τα πάντα.

Όμως, ο φόβος του κενού που ήταν μπροστά μου, με παρέλυε. Αισθανόμουν πως αν έπεφτα σ’ αυτό το κενό όλη η μαγική ομορφιά της ζωής, που μέχρι τότε είχα αισθανθεί, θα σταματούσε.

Κι’ αυτό δεν το ήθελα καθόλου, διότι αισθανόμουν, πως «…πράγματα πολλά, έξω, να κάμω είχον.»  Αχ!, πότε θα μεγάλωνα αρκετά, να πετάξω και να χαθώ μέσα σ’ αυτό το υπέρλαμπρο χρυσό φως;

Καθώς δυνάμωνα, κάτι ακαθόριστα ισχυρό, ηδονικό, γεμάτο υποσχέσεις άρχισε να διαπερνά τα μέλη μου. Μια μυστηριώδης, πανίσχυρη δύναμη, που από τη μια με συγκλόνιζε κι απ’ την άλλη με παρέλυε, άρχισε να γίνεται αισθητή χωρίς να μπορώ να την εξηγήσω.

Η φωλιά έγινε πολύ στενάχωρη πλέον και, τότε ξαφνικά, το φαγητό λιγόστεψε αισθητά.

Για πρώτη φορά αισθάνθηκα την πείνα να γίνεται βασανιστική, οι γονείς μου χάθηκαν σχεδόν κι εγώ βρισκόμουν στην άκρη της στέγης, με το τρομακτικό κενό στα πόδια μου και το στρωμένο τραπέζι της φύσης μπροστά στα μάτια μου.

Ξαφνικά, μια ομάδα πουλιά και μέσα σ’ αυτά και οι γονείς μου εμφανίσθηκαν από το πουθενά, έφτασαν κοντά μου, κάθισαν γύρω στα δένδρα και τα κεραμίδια και άρχισαν να με προτρέπουν να πετάξω κοντά τους.

«Έλα! είσαι δυνατό,» μου φώναζαν «μη φοβάσαι, το κενό δεν θα σε καταπιεί, η ιδέα είναι μόνο μέσα στο κεφάλι σου. Εμείς σ’ αγαπούμε και σε θέλουμε κοντά μας να ζήσεις ελεύθερο και δυνατό».

Τι φοβερό δίλημμα, θεέ μου! Η πείνα να μου τρώει τα σωθικά, ο φόβος του κενού μπροστά μου, κι όλο αυτό το πανηγύρι από φιλικές φωνές να με καλούν κοντά τους.

Μέσα σ’ αυτό το πανδαιμόνιο των αλληλοσυγκρουόμενων συναισθη­μάτων κάπου έχασα την ισορροπία μου, ίσως και κάτι να με έσπρωξε από πίσω, βρέθηκα ξαφνικά μόνο στο φοβερό κενό.

Άρχισα να χτυπώ τις φτερούγες μου απελπισμένα, όταν απότομα, κατάλαβα ότι οι φτερούγες μου ήταν δυνατές και, ήδη, με κρατούσαν ψηλά στον αέρα. Κοίταξα κάτω με έκπληξη και είδα όλους τους φίλους μου να πανηγυρίζουν το πέταγμά μου προς την ελευθερία. Όλος ο φόβος του κενού, που τόσο καιρό με καταδυνάστευε, χάθηκε ως δια μαγείας, μια απύθμενη χαρά ευτυχίας με κυρίευσε.

Πετούσα ψηλά στον Ουρανό και ένα σωρό φίλοι και συγγενείς ήταν χαρούμενοι και ενθουσιασμένοι και με ενθάρρυναν να συνεχίσω να πετώ και να γνωρίσω όλα τα μυστικά του ανέμου και της πτήσης μέσα σ’ αυτόν.

Αισθανόμουν τον άνεμο να με στηρίζει στον Ουρανό, να κυλά γύρω από το σώμα μου φιλικά, να με σφίγγει απαλά και προστατευτικά σ’ όλα τα πετάγματα που έκανα.

Ζωή και αέρας ήταν το ίδιο πράγμα, κάτι που δεν έβλεπα μέχρι τότε με στήριζε για να υπάρχω. «Πόσες ακόμη τέτοιες δυνάμεις υπάρχουν, που δεν γνωρίζουμε, αλλά στηρίζουν τη ζωή!» σκέφθηκα για πρώτη φορά.

Ο γαλάζιος Ουρανός απέραντος πάνω από το κεφάλι μου και από κάτω μια απέραντη θάλασσα τροφής, παιγνιδιού, απόλαυσης και μυστηρίου. Τι υπέροχη που είναι η Ζωή!

Άρχισα να βουτώ και να κάνω τρελά παιγνίδια με τον άνεμο, να μπαίνω ανάμεσα στα δένδρα και τους θάμνους και οι φίλοι γύρω μου, τι χαρά, να χαίρονται κι αυτοί για την δική μου χαρά, κι εγώ να είμαι μαζί τους, τι τρελό πανηγύρι Θεέ!

Χωρίς να το καταλάβω, έτσι από μόνο του, όλο το κοπάδι των φίλων και συγγενών που συμμετείχα, προσγειώθηκε σ’ ένα χωράφι γεμάτο διάφορους σπόρους. Αρχίσαμε όλοι μαζί να τσιμπολογούμε ό,τι έπεφτε στο μάτι μας, επί τέλους, έτρωγα μόνο μου. Μια άγνωστη γνώση μ’ έκανε να αποφεύγω δυσάρεστες μυρουδιές και γεύσεις.

Ξαφνικά, έτσι όπως ήμουν χαρούμενο και ευτυχισμένο, το μάτι μου είδε ένα μικρό σκουλήκι που προσπαθούσε να κρυφτεί στο χώμα. Κάτι μου θύμισε από το νόστιμο φαγητό που παλιά έφερνε η μητέρα στην φωλιά. Όρμηξα δυνατά και γρήγορα, έχοντας στην μνήμη και στο στόμα μου την παλιά νοστιμιά. Ίσα που πρόλαβα να πιάσω την ουρά του καθώς χανόταν μέσα στο χώμα.

Ξαφνιάστηκα, η νοστιμιά ήταν στην γλώσσα μου, αλλά η αντίσταση που δοκίμαζα ήταν πρωτόγνωρη, πάλεψα σκληρά να τραβήξω το σκουλήκι από την τρύπα του και, όταν το έβγαλα, το αισθάνθηκα να τυλίγεται απειλητικά γύρω από το ράμφος μου. Τινάχτηκα τρομαγμένο και ελευθερώθηκα από τον κίνδυνο που με απειλούσε.

Η μυρωδιά της νοστιμιάς όμως, μου θύμισε το απολαυστικό φαγητό που είχα μπροστά μου. Όρμηξα δυνατά ενάντια στο ζωντανό φαγητό μου και κάτω από τις ζητωκραυγές των φίλων μου, ράμφισα δυνατά το σκουλήκι στο κεφάλι.

Μια νέα αίσθηση ζωής με συγκλόνισε, το σώμα μου γέμισε με μια πρωτόγνωρη δύναμη, το σκουλήκι προσπαθούσε να φύγει τραυματισμένο, κι εγώ, τρελό από την μυρουδιά του φαγητού, όρμηξα γεμάτο νέα δύναμη. Άρπαξα με τα γαμψά μου νύχια τον λαιμό του και άρχισα μανιασμένα να το ραμφίζω στο κεφάλι.

Αισθανόμουν το σώμα του να τεντώνεται και να προσπαθεί να ξεφύγει από τα νύχια μου, αισθανόμουν την δύναμή του να φεύγει σιγά-σιγά και τους επιθανάτιους σπασμούς του να συγκλονίζουν τα σκέλια μου. Κι όταν πια η δύναμή του έπεσε αρκετά, το άρπαξα από το κεφάλι και με μια δυνατή κίνηση το σήκωσα ψηλά στον Ουρανό και το άφησα να κυλήσει στο στομάχι μου.

Τι αίσθηση Θεέ μου! Ένας μυρωδάτος, μισοζώντανος πολτός, κατέβαινε στο στομάχι μου αντιστεκόμενος, δίνοντάς μου άφθονη χαρά και ζωή.

Τινάχτηκα ψηλά στον Ουρανό πανευτυχές, μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο κραυγών των συντρόφων μου.

Όλος ο κόσμος ήταν δικός μου, ο θάνατος του σκουληκιού μ’ έκανε παντοδύναμο, ήμουν ένα ελεύθερο, δυνατό και άξιο σπουργίτι.

Έψαξα να βρω τους γονείς μου, αλλά αυτοί είχαν μυστηριωδώς εξαφανισθεί. Κάποια πουλιά που είδα ότι τους έμοιαζαν και πέταξα κοντά τους, με έδιωξαν με άγρια ραμφίσματα.

Τότε κατάλαβα πως ήμουν μόνο, έτοιμο να ζήσω την δική μου ατομική ζωή, μέσα στο φιλικό μου κοπάδι. Μια άγνωστη θλίψη με κατέλαβε, η ασφάλεια του κοπαδιού δεν φαινόταν αρκετή για να γεμίσει την μοναξιά που αισθανόμουν.

Για πρώτη φορά κοίταξα γύρω μου προσεκτικά και εξεταστικά και για πρώτη φορά είδα διαφορές ανάμεσα στους συντρόφους μου.

Διαπίστωσα πως δεν είχα πλέον την ανάγκη των γονιών μου, αλλά την ανάγκη ενός δικού μου συντρόφου.

Μια όμορφη γλυκιά προσμονή με πλημμύρισε, κοίταξα ήρεμα και δυνατά γύρω μου τον κόσμο.

 Μυστήρια χαμόγελα και βλέμματα γύρω μου έλαμπαν στον Ήλιο, ήταν τόσο φιλικά, τόσο δεκτικά στο δικό μου κοίταγμα, που γέμισα απέραντη χαρά.

Κι όταν μέσα στο νέο τρελό πανηγύρι τα σώματά μας κυλιόταν στο χώμα, στο νερό και τον άνεμο και έσμιγαν και γίνονταν ΕΝΑ, αισθανόμουν ένα υπέρλαμπρο φως, δυνατότερο ακόμα κι απ’ του Ήλιου, να με πλημμυρίζει και να γίνομαι ένα με τα άστρα του Ουρανού.

Η ζωή είναι ένα διαρκές πανηγύρι χαράς όπου δεν υπάρχει κακό, δυστυχία, ασκήμια, αδικία και θάνατος, σκέφθηκα.

Στην ιδέα όμως του θανάτου, ένα παράξενο ρίγος διέτρεξε το σώμα μου. Πέταξα σ’ ένα γέρικο σπουργίτι να ρωτήσω τι είναι ο θάνατος, αλλά αυτό, αδιαφορώντας τελείως για το ερώτημά μου, με παρέπεμψε σε μια γέρικη κουκουβάγια που, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ζούσε ψηλά στο βουνό σε μια σπηλιά.

Μ’ έτρωγε η περιέργεια να μάθω τι ήταν επιτέλους αυτός ο θάνατος. Το σκουλήκι, που σταμάτησε να κινείται μέσα στο στομάχι μου, μήπως σήμαινε πως και η δική μου ζωή θα τελείωνε σ’ ένα άλλο στομάχι;…

Έφυγα πετώντας ψηλά για το βουνό να βρω την σπηλιά της Κουκουβάγιας.

Ρώτησα κάτι γεράκια να μου πουν, αλλά τελικά ένας υπέροχος Αετός μου έδειξε την σπηλιά.

Ήταν ένας όμορφος χώρος, δεν ήταν ακριβώς σπηλιά αλλά κάτι σαν ένα σκεπαστό μπαλκόνι με θέα τον γαλάζιο Ουρανό και τον κάμπο όπου ζούσε το κοπάδι μας.

Ήταν ήσυχα και ειρηνικά. Βολεύτηκα κάπου στον χώρο κι αμέσως μια όμορφη αίσθηση μακαριότητας ξύπνησε μέσα μου.

Η κουκουβάγια ήταν εκεί, πατούσε σ’ ένα γερό κομμάτι ρίζας που έβγαινε από το πίσω μέρος του μπαλκονιού κοιτάζοντας ίσια μπροστά της.

Ήταν βέβαια μεγάλη στην ηλικία, αλλά ήταν ωραία και γαλήνια, σίγουρη για τον εαυτό της και δεν φαινόταν να πεινούσε, ήταν σαν να μην έτρωγε ποτέ.

Λουλούδια ομόρφαιναν τον χώρο και ο ήχος ενός νερού που κυλούσε ήρεμα ακουγόταν φιλικά.

Η ζωντανή σιωπή του χώρου με καθήλωσε και δεν μίλησα για να μην χαλάσω τη μακαριότητα της στιγμής. Ποτέ δεν αισθάνθηκα έτσι άλλη φορά, ήταν σαν όλη η παρελθούσα ζωή μου, με όλες τις χαρές της, να έκλεισε και ένας νέος κόσμος μυστηρίου να άνοιγε μπροστά μου.

Καθόμουν γοητευμένο και απολάμβανα την αγαθότητα του χώρου, όταν η Κουκουβάγια γύρισε και με κοίταξε.

Τα μεγάλα μάτια της ανέδιδαν τέτοια αίσθηση Αγάπης, Δικαιοσύνης και αλήθειας, που με έκαναν να παραλύσω.

Έχασα την αίσθηση του σώματός μου και έγινα ελαφρότερο κι από το μικρότερο φτερό μου και πετώντας, όπως ποτέ δεν πέταξα στο παρελθόν, πέρασα μέσα από τα μάτια της και βρέθηκα στον Ουρανό του Νου της.

Εκεί δεν υπήρχε Ήλιος, το Φως όμως ήταν πλούσιο παντού, έμοιαζε μ’ εκείνο του έρωτά μου, κι αυτό, γιατί δεν υπήρχαν πουθενά σκιές. Τα πάντα έλαμπαν μέσα στο δικό τους φως. Το φως τούτο ήταν Φως κατανόησης και απέραντης Αγάπης.

Τότε αισθάνθηκα τα νοήματα της Κουκουβάγιας να περνούν μέσα από τα συναισθήματα μου και να γίνονται λόγια μέσα στον Νου μου.

 –      Τόξερα ότι θα έρθεις σ’ εμένα, είπε. Όταν σε είδα να φεύγεις από το κοπάδι, γνώριζα ότι θα έρθεις εδώ και θα με ρωτήσεις για το θάνατο.  Το ίδιο κάνουν όλα τα όντα που φεύγουν από τα κοπάδια τους. Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνω είναι πώς εσύ, ένα ευτυχισμένο σπουργίτι, που μόνο χαρά γνώρισες στη ζωή σου, θέτεις ένα τέτοιο ερώτημα. Τέτοια ερωτήματα θέτουν δυστυχισμένα όντα που δεν μπορούν να ζήσουν την χαρά της ζωής. Γιατί λοιπόν εσύ θέτεις τέτοιο ερώτημα;

–      Αισθάνομαι ότι η άγνοια γύρω από τον θάνατο γεννά φόβο και εγώ ήρθα εδώ για να απαλλαγώ από αυτόν τον φόβο.

–       Και τι θα κάνεις όταν μάθεις την αλήθεια; ρώτησε η κουκουβάγια.

–       Θα γίνω δυνατότερο, ευτυχέστερο και θα κάνω και τους συντρόφους μου ατρόμητους.

Αισθάνθηκα την χαρά της Κουκουβάγιας μέσα στην καρδιά μου για την σωστή μου απάντηση και γέμισα και εγώ χαρά για τον εαυτό μου.

–       Ο θάνατος, είπε η Κουκουβάγια, είναι μια ανάπαυλα στην αέναη εξέλιξη της Ζωής. Κάποιοι παλιοί που τους ονόμαζαν Έλληνες, βρήκαν ότι ο Θάνατος και ο Ύπνος ήταν αδέλφια, αλλά το εύρημά τους διαστρεβλώθηκε και χάθηκε. Ο θάνατος είναι όπως ακριβώς ο βραδινός ύπνος και τα όνειρά του, κάθε νέα ημέρα ξυπνάς και συνεχίζεις τις δραστηριότητες της προηγούμενης. Όταν οι δραστηριότητες της ημέρας είναι γεμάτες χαρά και δημιουργική δράση, το ίδιο είναι και τα βραδινά όνειρα.

Όλα εξαρτώνται από την Ζωή της ημέρας, οι δραστηριότητες της ημέρας καθορίζουν τα όνειρα του ύπνου αλλά και τις δραστηριότητες της επομένης. Αν λοιπόν ζεις μια ζωή ευτυχισμένη, αυτή θα συνεχιστεί και στην επόμενη, επίσης θα κάνεις και τα παιδιά σου ευτυχισμένα. Αν όμως ζεις μια δυστυχισμένη ζωή, η ίδια ζωή θα επαναληφθεί σε σένα και τα παιδιά σου. Τα ευτυχισμένα όντα που δικαιώνουν την ζωή που τους χαρίστηκε, δεν φοβούνται τον θάνατο. Τρέμουν τον θάνατο μόνον αυτοί που δεν ζουν και δεν μπορούν να ζήσουν την ευτυχία που τους χαρίστηκε.

–       Και τι είναι ευτυχία ; ρώτησα.

–       Αυτό, θα το καταλάβεις όταν τη χάσεις, μου απάντησε. Εσύ, είσαι ένα ευτυχισμένο σπουργίτι.  Από τη στιγμή όμως που απορρίψεις τον εαυτό σου και θελήσεις να γίνεις αετός, λιοντάρι ή ακόμα και Θεός, τότε σίγουρα γίνεσαι δυστυχισμένος. Κι αυτό, γιατί αρνείσαι να εργασθείς σ’ αυτό για το οποίο σε προόρισε το Μεγάλο Πνεύμα της Δημιουργίας του Κόσμου.

Για να κερδίσεις την χαμένη ευτυχία πρέπει συνειδητά να ξαναγίνεις σπουργίτι.

–       Και πως μπορεί ένα ον, που χάθηκε μέσα στα όνειρά του και έγινε δυστυχισμένο να ξαναβρεί τον εαυτό του και να γίνει ευτυχισμένο; ρώτησα.

–       Μέσω της ευφυΐας, απάντησε η Κουκουβάγια.

Η ευφυΐα και το σωστό σημείο αναφοράς της δράσης της, είναι ο μόνος τρόπος για ένα παραστρατημένο ον να ξαναβρεί την χαμένη ευτυχία του.

Βέβαια, το Μεγάλο πνεύμα όλης αυτής της Δημιουργίας, κάποιο λόγο θα είχε που άφησε κάποιο δημιούργημά του αυτεξούσιο.

Όμως, η Νοημοσύνη του θείου, εκφράζεται μέσα σ’ όλους τους Νόμους που διέπουν την λειτουργία του Σύμπαντος Κόσμου.

Αν το ξεπεσμένο ον δεν έχει αρκετή ευφυΐα, να καταλάβει τον θείο Νόμο και να τον κάνει σημείο αναφοράς της δράσης του, τι δικαιότερό του να χαθεί;

Τότε, κατάλαβα πως έμαθα πολλά περισσότερα από ό,τι ένα σπουργίτι χρειαζόταν.

 Αμέσως, βρέθηκα καθισμένο στην θέση μου. Ο ήλιος πήρε το γνωστό του χρώμα, ήχοι και μυρουδιές με πλημμύρισαν, η Κουκουβάγια κοίταζε μακριά στον ορίζοντα.

Μια αίσθηση νοσταλγίας για τους συντρόφους μου, για τους σπόρους, για τα σκουλήκια και τις πεταλούδες με κυρίεψε. Οι χαρές των φίλων μου, τα παιγνίδια τους, η Αγάπη τους, οι φωνές τους, αισθάνθηκα να με καλούν.

Όρμηξα προς τον κάμπο, προς την ζωή, να μεταφέρω το χαρούμενο μήνυμα στους φίλους μου:

Να μείνουν για πάντα σπουργίτια!

 

 

24 αναζητήσεις. 0,784 δευτερόλεπτα.